Η Τασούλα Χατζητοφή καταγγέλλει ισλαμοποίηση κατεχομένων σε διεθνή διάσκεψη

Διεκτραγώδησε την πίκρα και την απογοήτευση, την δική της και του κυπριακού λαού, για την συστηματική και ατιμώρητη παραβίαση των θρησκευτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών τους από την κατοχική Τουρκία.

Διεκτραγώδησε την πίκρα και την απογοήτευση, την δική της και του κυπριακού λαού, για την συστηματική και ατιμώρητη παραβίαση των θρησκευτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών τους από την κατοχική Τουρκία.

Μια προσφυγοπούλα από την Αμμόχωστο, η Τασούλα Χατζητοφή, πολιτιστική ακτιβίστρια και πρόεδρος του Μη Κυβερνητικού Οργανισμού Walk of Truth, ενώπιον πέραν των 800 συμμετεχόντων και 60 υπουργών από 100 χώρες, διεκτραγώδησε την πίκρα και την απογοήτευση, την δική της και του κυπριακού λαού, για την συστηματική και ατιμώρητη παραβίαση των θρησκευτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών τους από την κατοχική Τουρκία.

Διεκτραγώδησε την πίκρα και την απογοήτευση, την δική της και του κυπριακού λαού, για την συστηματική και ατιμώρητη παραβίαση των θρησκευτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών τους από την κατοχική Τουρκία.

Η κυρία Χατζητοφή ήταν μια από τις κύριες ομιλήτριες σε Διεθνή Υπουργική Διάσκεψη για την Ελευθερία της Θρησκείας ή των Πεποιθήσεων, που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο στις 5 και 6 Ιουλίου 2022 και την αξιοποίησε για να στείλει σημαντικά μηνύματα προς τους ξένους εκπροσώπους. Συμμετείχε και υπό την ιδιότητά της ως «Κυνηγού εικόνων», όπως είναι και ο τίτλος βιβλίου της για τους συλημένους πολιτιστικούς θησαυρούς της Κύπρου από την Τουρκία και ο αγώνας της να επιστρέψει στο νησί όσους κλάπηκαν και πουλήθηκαν παράνομα διεθνώς.

Η Διάσκεψη οργανώθηκε από την βρετανική κυβέρνηση για «να συγκεντρώσει μαζί κυβερνήσεις, κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους και αντιπροσώπους θρησκείας ή πεποιθήσεων και την κοινωνία των πολιτών για να ενθαρρύνουν αυξημένη παγκόσμια δράση για την ελευθερία της θρησκείας ή πεποιθήσεων του καθενός».

 

Απευθυνόμενη προς τους συμμετέχοντες και σε χιλιάδες άλλων που παρακολουθούσαν την Διάσκεψη, διαδικτυακά, η κυρία Χατζητοφή είπε ότι νιώθει ότι μιλά εκ μέρους κάθε ανθρώπου στον κόσμο που επηρεάστηκε από τον πόλεμο, που υποφέρει από διακρίσεις για την πίστη ή την εθνική του ταυτότητα, που στερήθηκε τις συλλογικές του μνήμες και τα δικαιώματά του στις θρησκευτικές του ελευθερίες. Και διερωτήθηκε:

«Μπορείτε να φανταστείτε τι σημαίνει να είσαι ένα δεκατετράχρονο κορίτσι το 1974, στην Κυπριακή Δημοκρατία, το νησί της ομορφιάς και της αγάπης. Μπορείτε να φανταστείτε πώς είναι να κοιμάσαι με όνειρα και να ξυπνάς υπό την απειλή των Τούρκων εισβολέων, που χρησιμοποιούν εμπρηστικές βόμβες ναπάλμ και βιάζουν γυναικόπαιδα γύρω σου; Μπορείτε, έστω, να συλλάβετε τον αντίκτυπο που έχει ένα τέτοιο βίωμα σε ένα παιδί που βλέπει και οσμίζεται τον θάνατο, αισθάνεται μόνο του, εγκαταλειμμένο και απροστάτευτο; Διαισθάνεστε γιατί εκείνο το παιδί ένιωσε εκτεθειμένο, αφού κανείς δεν ήρθε να το σώσει; Ένα παιδί που υποβλήθηκε σε καταναγκαστική μετακίνηση πληθυσμού – με άλλα λόγια σε εθνοκάθαρση; Μπορείτε να αντιληφθείτε γιατί, μεγαλώνοντας, αυτό το παιδί υιοθέτησε μιαν έντονα κριτική στάση απέναντι στους διεθνείς διαμορφωτές πολιτικής και απέκτησε την τάση να πορεύεται μόνο στη ζωή;».

«Αυτό το παιδί», πρόσθεσε, «είμαι εγώ. Μετά την εμπειρία του πολέμου σε τόσο τρυφερή ηλικία, έχασα την εμπιστοσύνη μου στους ισχυρούς της γης που ευαγγελίζονται δικαιοσύνη. Αποφάσισα λοιπόν να πάρω τη δικαιοσύνη στα χέρια μου, να γίνω «Κυνηγός των Εικόνων», όπως δηλώνει ο τίτλος του βιβλίου μου. Έχω ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, συνεργάστηκα υπό κάλυψη με αστυνομικές δυνάμεις προκειμένου να εκτεθούν απατεώνες και λαθρέμποροι αρχαιοτήτων. Η αποστολή μου ήταν να αποσπάσω από αυτούς τους απατεώνες και λαθρεμπόρους ό,τι μου είχαν κλέψει: σπαράγματα της ευτυχισμένης νιότης μου∙ τα ψηφιδωτά, τα μωσαϊκά και τις εικόνες που είχαν συληθεί από εκκλησίες και μοναστήρια όπου εγώ και τόσοι άλλοι είχαμε προσευχηθεί, σε τόπους που από το 1974 έως σήμερα ονομάζονται «τα κατεχόμενα».

Με δραματικό τόνο, η Πρόεδρος του Walk of Truth, είπε στους συμμετέχοντες: «Έχω ένα όνειρο. Θέλω να κάνω το τελευταίο μου προσκύνημα πριν πεθάνω. Θέλω να μπορώ να μεταβώ στο σπίτι μου, να πάω στο μοναστήρι του Απόστολου Βαρνάβα και να προσευχηθώ  επειδή εκεί βαφτίστηκα. Δεν μπορώ επειδή μετατράπηκε σε μουσείο και λεηλατήθηκε. Θέλω να μεταβώ στην εκκλησία του Αγίου Μάμα, στο χωριό μου Μάντρες, όπου παντρεύτηκαν οι γονείς μου. Δεν μπορώ διότι λεηλατήθηκε και μετατράπηκε σε τζαμί. Θέλω να μεταβώ στην Αμμόχωστο, την πόλη-φάντασμα, την  πόλη μου, όπου είναι και η εκκλησία μου. Δεν μπορώ, όμως, να πάω επειδή υπάρχουν συρματοπλέγματα και η εκκλησία μου λεηλατήθηκε, καταστράφηκε και δεν υπάρχουν πια εικόνες ή μωσαϊκά που είναι μέρος της προσευχής μου.

Τον Ιούλιο 2021, ο Τούρκος Πρόεδρος, Ερντογάν, ανακοίνωσε ότι θα μετέβαινε στην Αμμόχωστο, την  πόλη μου, και θα προσευχόταν σε ένα παράνομο τζαμί. Δεν υπήρχε κανείς εκεί. Πήγα εκεί συνοδευόμενη από δύο Γερμανούς δημοσιογράφους του περιοδικού Spiegel. Ο Ερντογάν προσευχόταν εξ… αποστάσεως αλλ’ εγώ δεν μπορούσα να προσευχηθώ στην εκκλησία μου. Έτσι, γονάτισα στον δρόμο, μπροστά από την λεηλατημένη εκκλησία μου για να διεκδικήσω το ανθρώπινο δικαίωμα της προσευχής χωρίς να ζητήσω άδεια από κανέναν. Δεν υπήρχε κανένας στρατιώτης των  Ην. Εθνών, τα φυλάκιά τους ήταν άδεια. Δεν υπήρχε κανένας να με προστατεύσει. Και ένιωσα όπως όταν ήμουνα 14 χρόνων. Είμαι 63 και εξακολουθώ να αισθάνομαι το ίδιο».

Η κυρία Χατζητοφή αναφέρθηκε στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974, και με δραματική ενάργεια περιέγραψε πώς διέγραψε από τις αναμνήσεις της τη φρίκη του πολέμου και κράτησε μία εικόνα που την συντροφεύει μέχρι σήμερα:

«Η μάνα μου, ευλαβής χριστιανή Ορθόδοξη, γονατισμένη μπροστά από το εικόνισμα του Αποστόλου Ανδρέα, κρατά ακόμα το κερί που είχε φυλάξει από το τελευταίο μας Πάσχα στην Αμμόχωστο. Γι’ αυτό και έχω αφιερώσει τη ζωή μου στον αγώνα εντοπισμού συλημένων εικόνων και ψηφιδωτών, και γι’ αυτό ταξιδεύω σε όλο τον κόσμο, για να μπορέσω να τα παραδώσω στις ελληνορθόδοξες μητέρες και αδελφές μας, στους πατεράδες και στους αδελφούς μας, ώστε να προσευχηθούν για την ελευθερία μας αλλά και για να αναστηθεί ο τόπος μας ως ένα ελεύθερο, δημοκρατικό κράτος».

 

Κλείνοντας την παρέμβασή της, η οποία προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον και φόρτιση των περισσότερων συμμετεχόντων, ώστε αργότερα ζητούσαν πιο πολλές λεπτομέρειες για την καταπάτηση των θρησκευτικών ελευθεριών στην Κύπρο από την Τουρκία, η κυρία Χατζητοφή έθεσε τρία κρίσιμα ερωτήματα:

Πρώτον, σε τι αποσκοπεί να διακηρύσσεται γραπτώς «η ελευθερία να πιστεύεις, να προσεύχεσαι και να επιτελείς λατρευτικές πράξεις», όπως την περιέγραψε η Υπουργός Εξωτερικών Liz Truss, αν αυτή η ελευθερία και τα συναφή ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται συστηματικά από «αυταρχικούς και καταπιεστές», όπως η ίδια η Υπουργός χαρακτήρισε τους δράστες τέτοιων παραβάσεων;

Δεύτερον, σε τι αποσκοπεί να δηλώνεται γραπτώς το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, το δίκαιο της κατοχής και το διεθνές ποινικό δίκαιο αν αυτά τα τόσο σημαντικά νομικά πεδία καθίστανται ουσιαστικά άχρηστα εξαιτίας μιας επιλεκτικής απονομής δικαιοσύνης;

Τρίτον, σε τι αποσκοπεί να διατυπώνονται γραπτώς οι αξιόλογες δηλώσεις που δημοσιεύτηκαν, για παράδειγμα: «Η ελευθερία θρησκείας ή πίστης σε περίοδο συγκρούσεων ή σε επισφαλές πλαίσιο», αν δεν συνοδεύονται από χειροπιαστές ενέργειες που αλλάζουν πρακτικά την ισχύουσα κατάσταση; Στο ίδιο πνεύμα, οφείλω να θέσω και το ακόλουθο ερώτημα: Η Τουρκία γιατί δεν έχει συνυπογράψει;».

Και κατέληξε: «Πρέπει να δοθεί ένα τέλος στην ατιμωρησία. Οι κανόνες δικαίου πρέπει να τυγχάνουν  σεβασμού από όλους και η δικαιοσύνη οφείλει να απονέμεται ομοιόμορφα».

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Κύπρο και τον Κόσμο, στην Daily.Cy