ΔΕΕ: Νομικά ανίσχυρη η υποχρέωση ενημέρωσης δικηγόρων- ενδιάμεσων στο πλαίσιο της οδηγίας DAC6

Καλείται η Βουλή και τα αρμόδια όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας να επιληφθούν του θέματος

Καλείται η Βουλή και τα αρμόδια όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας να επιληφθούν του θέματος

Η υποχρέωση ενημέρωσης των φορολογικών αρχών για την ταυτότητα του δικηγόρου-ενδιαμέσου και για την εκ μέρους του παροχή νομικών συμβουλών συνεπάγεται επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της επικοινωνίας μεταξύ των δικηγόρων και των πελατών τους, απεφάνθη το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στο πλαίσιο της Υπόθεσης C‑694/20 Orde van Vlaamse Balies, IG, Belgian Association of Tax Lawyers κ.α. κατά Vlaamse Regering.

Καλείται η Βουλή και τα αρμόδια όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας να επιληφθούν του θέματοςΌπως αναφέρει ανακοίνωση του Κυπριακού Συνδέσμου Εταιρειών Διεθνών Δραστηριοτήτων (CIBA), η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνεται στην έκτη οδηγία στο πλαίσιο της καταπολέμησης του λεγόμενου επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού (DAC6).

Το ΔΕΕ, σύμφωνα με την ανακοίνωση, απεφάνθη ότι η εν λόγω υποχρέωση γνωστοποιήσεως συνεπάγεται επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της επικοινωνίας μεταξύ των δικηγόρων και των πελατών τους, το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δεδομένου ότι οι άλλοι ενδιάμεσοι υποχρεούνται να ενημερώσουν τις αρμόδιες φορολογικές αρχές για την ταυτότητα του δικηγόρου-ενδιαμέσου και για την εκ μέρους του παροχή νομικών συμβουλών, η εν λόγω υποχρέωση συνεπάγεται, εμμέσως, και περαιτέρω επέμβαση στο δικαίωμα επί του επαγγελματικού απορρήτου, αναφέρεται και προστίθεται πως  το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο διασφαλίζει το θεμελιώδες δικαίωμα του Σεβασμού στην Ιδιωτική Ζωή κάθε Προσώπου, προστατεύει την εμπιστευτικότητα οποιασδήποτε αλληλογραφίας μεταξύ ιδιωτών και παρέχει αυξημένη προστασία στην επικοινωνία μεταξύ των δικηγόρων και των πελατών τους.

Αναφέρεται ακόμη ότι η ανωτέρω ειδική προστασία του Επαγγελματικού Απορρήτου των Δικηγόρων δικαιολογείται από την ανάθεση στους δικηγόρους μιας θεμελιώδους αποστολής σε μια δημοκρατική κοινωνία, ήτοι της υπεράσπισης των πολιτών. «Για την εκπλήρωση της εν λόγω αποστολής απαιτείται να έχει κάθε πολίτης τη δυνατότητα να απευθύνεται ελεύθερα στον δικηγόρο του, δυνατότητα η οποία αναγνωρίζεται σε όλα τα κράτη μέλη. Το επαγγελματικό απόρρητο καλύπτει επίσης την παροχή νομικών συμβουλών, και δη τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς την ύπαρξή της», σημειώνεται.

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, το ΔΕΕ αποφάσισε, με τελεσίδικο τρόπο, ότι η σχετική πρόνοια της Ευρωπαϊκής Οδηγίας (άρθρο 8αβ, παράγραφος 5) είναι νομικά ανίσχυρη, και επομένως άκυρη, στο μέτρο που η εφαρμογή της συγκεκριμένης πρόνοιας, από τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιβάλλει κατ’ αποτέλεσμα στον Δικηγόρο ο οποίος ενεργεί ως ενδιάμεσος, υπό την έννοια της Ευρωπαϊκής Οδηγίας, σε περίπτωση που απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής πληροφοριών, λόγω του επαγγελματικού απορρήτου από το οποίο δεσμεύεται, να γνωστοποιεί χωρίς καθυστέρηση σε κάθε άλλον ενδιάμεσο ο οποίος δεν είναι ο πελάτης του τις υποχρεώσεις υποβολής πληροφοριών τις οποίες αυτός ο άλλος ενδιάμεσος υπέχει δυνάμει της Ευρωπαϊκής Οδηγίας.

Το ΔΕΕ βάσισε μέρος του νομικού σκεπτικού της Απόφασης του στην Υπόθεση C‑694/20, με ρητές παραπομπές, στην πολύ πρόσφατη Απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2022 στις Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C‑37/20 και C‑601/20 Luxembourg Business Registers και Sovim, με την οποία το ΔΕΕ είχε κρίνει ότι η Δημόσια Πρόσβαση στα Μητρώα Πραγματικών Δικαιούχων Νομικών Οντοτήτων ήταν έκνομη, θίγοντας το θεμελιώδες δικαίωμα του Σεβασμού στην Ιδιωτική Ζωή κάθε τέτοιου Ατόμου, το οποίο κατοχυρώνεται στο Άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ ταυτόχρονα συνιστούσε επέμβαση στο Άρθρο 8 του Χάρτη, αναφορικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Ακόμη το ΔΕΕ επιβεβαίωσε στην απόφαση του στην Υπόθεση C‑694/20, όπως και στην προηγούμενη του Απόφαση ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2022, την έλλειψη της Καταλληλότητας, της Αναγκαιότητας και της Αναλογικότητας του συγκεκριμένου μέτρου της Ευρωπαϊκής Οδηγίας.

Σημειώνεται ότι ο CIBA, όπως και στην περίπτωση που αφορούσε τη Δημόσια Πρόσβαση στα Μητρώα Πραγματικών Δικαιούχων Νομικών Οντοτήτων, είχε έγκαιρα ενημερώσει, πάντοτε στη βάση των νομικών επιχειρημάτων που ανέπτυξαν οι Νομικοί του Σύμβουλοι Λ. ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, για την πιο πάνω πιθανότητα τη Βουλή των Αντιπροσώπων, τόσον γραπτώς το Υπουργείο Οικονομικών, όσον και την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών κατά τη διάρκεια της συζήτησης αναφορικά με τη μεταφορά της Ευρωπαϊκής Οδηγίας DAC6 στην έννομη τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στο μεταξύ, ο CIBA, απέστειλε, την Πέμπτη , γραπτό αίτημα προς το αρμόδιο Υπουργείο Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας για άμεση τροποποίηση, κατόπιν λήψης νομικής συμβουλής από τη Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους φορείς, της κυπριακής νομοθεσίας ούτως ώστε να συνάδει με την πιο πάνω Απόφαση του ΔΕΕ στην Υπόθεση C‑694/20, καθώς και ενημέρωση προς την Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, καθώς και προς στην Πρόεδρο και Μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών, για τα πιο πάνω.

Περαιτέρω, ο CIBA καλεί τη Βουλή των Αντιπροσώπων να συγκαλέσει έκτακτη σύσκεψη για το «πολύ σοβαρό αυτό θέμα» με την παρουσία όλων των ενδιαφερόμενων φορέων και των αρμοδίων κρατικών οργάνων, περιλαμβανομένων του Υπουργείου Οικονομικών  και του Τμήματος Εφόρου Φορολογίας.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Κύπρο και τον Κόσμο, στην Daily.Cy